«Μεταρρυθμίσεις ή δήθεν μεταρρυθμίσεις του υπουργείου Παιδείας»

"Δεν καταλαβαίνεις κάτι… υποβάθμισέ το: η καλύτερη συνταγή μεταρρύθμισης", μια άποψη του Γιώργου Κουλαουζίδη

 09/02/2019 20:33

«Μεταρρυθμίσεις ή δήθεν μεταρρυθμίσεις του υπουργείου Παιδείας»

Του Γιώργου Κουλαουζίδη 

Εδώ και αρκετό καιρό παρατηρούμε μια προσπάθεια από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, να αναδιαμορφώσει το χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης στο πλαίσιο μιας ακόμη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Να θυμίσω ότι όλοι ανεξαιρέτως οι Υπουργοί Παιδείας της μεταπολίτευσης διακήρυξαν μεταρρυθμίσεις και θέλησαν να κατακτήσουν τον τίτλο του μεταρρυθμιστή ή της μεταρρυθμίστριας. Όλοι και όλες ήθελαν να μείνει το όνομά τους στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης όπως εκείνο του μεγάλου Ευάγγελου Παπανούτσου. Φαίνεται όμως ότι ο στόχος αυτός δεν κατέστη εφικτός αφού στην πραγματικότητα οι περισσότερες παρεμβάσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα εδώ και σαράντα πέντε χρόνια είναι περισσότερο διορθωτικές ρυθμίσεις ή και απορρυθμίσεις.

Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να μένει στάσιμο και να μην προσαρμόζεται στις συνθήκες κάθε εποχής. Το αντίθετο μάλιστα. Θεωρώ ότι το Υπουργείο Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων ή όπως αλλιώς θα ονομάζεται στο μέλλον γιατί και αυτό ακόμη αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει κυβέρνηση, έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει και να μεταβάλλει τα πράγματα έτσι ώστε το αγαθό της εκπαίδευσης να μην είναι μόνο δωρεάν, στο βαθμό που είναι αλλά και χρήσιμο για τους αποδέκτες του. Και σε μια εποχή που οι αλλαγές στο τρόπο παραγωγής, εφαρμογής και διάχυσης της γνώσης αλλάζουν δραματικά θα ήταν τραγικό να μην υπάρχουν αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν μπορεί να μείνει εκτός αυτής της λογικής. Και η αναδιάρθρωση των κρατικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι κάτι που έπρεπε να γίνει. Αν δε θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο χάρτης των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ της χώρας είχε αρχίσει να γίνεται δυσλειτουργικός για διάφορους λόγους. Πολλά ιδρύματα, περιφερειακά κυρίως, υπέφεραν και υποφέρουν από έλλειψη διδακτικού προσωπικού, από έλλειψη χρηματοδότησης αλλά και από διοικητική οργάνωση και δικτύωση με αποτέλεσμα να έχουν μειωμένη δυνατότητα να αναπτύξουν το απαραίτητο ερευνητικό έργο αλλά και να παρέχουν υψηλής ποιότητας διδακτικό έργο.

Έτσι θα μπορούσε να δει κανείς τη συγχώνευση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και κυρίως τη συγχώνευση των Ανωτάτων Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με τα Πανεπιστήμια με καλό μάτι. Άλλωστε τέτοιου είδους διαδικασίες δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Συγχωνεύσεις και μετονομασίες ιδρυμάτων έχουν συμβεί και συμβαίνουν συνεχώς στον διεθνή πανεπιστημιακό χάρτη. Μόνο που εκεί υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο μάλιστα είναι συνήθως προϊόν συναίνεσης και διαβούλευσης. Και ενώ σε γενικές γραμμές οι συγχωνεύσεις λειτουργούν θετικά, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου αυτές οι συγχωνεύσεις λειτουργούν αρνητικά. Κατά την άποψή μου αυτό συμβαίνει όταν συγχωνεύονται πανεπιστημιακά ιδρύματα που έχουν διαφορετική φιλοσοφία, διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης και διαφορετική κουλτούρα για το τι σημαίνει καινοτομία και δημιουργικότητα.

 Ένα τέτοιο παράδειγμα συγχώνευσης που αντί για νικητές θα έχει ηττημένους αφορά στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας. Όσοι έχουν επισκεφτεί τους χώρους του συγκεκριμένου ιδρύματος και ακόμη περισσότερο όσοι είχαν και έχουν την τύχη να σπουδάσουν σε αυτό γνωρίζουν τη διαφορά από όλα τα άλλα ανάλογα ιδρύματα της χώρας. Ένα πανεπιστήμιο που είναι το μοναδικό που παρείχε αποκλειστικά και μόνο μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και μάλιστα στην αγγλική γλώσσα και έγινε πόλος έλξης φοιτητών από το εξωτερικό. Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε έγινε αντικείμενο φθόνου από εκείνο το μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας που δεν κατανοούσε τη σημαντικότητα και την στρατηγική επιλογή να λειτουργεί ένα τέτοιο ίδρυμα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μάλλον αδιανόητο να γίνει αντιληπτό πώς είναι δυνατό να υπάρχει ένα τέτοιο κόσμημα στον ακαδημαϊκό χώρο, με μια ηγεσία που κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να προσδώσει ανεπανάληπτο κύρος σε ένα μικρό, ομολογουμένως πανεπιστήμιο το οποίο έγινε πόλος έλξης νέων από όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ένα μικρό σε μέγεθος αλλά ευέλικτο πανεπιστήμιο που λειτουργούσε μακριά από τις γνωστές συντεχνιακές πρακτικές που επικρατούν στην ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας. Αλλά παρά τις καινοτομίες και τις επιτυχίες του το ΔΙΠΑΕ ήταν ένα μικρό ίδρυμα και μάλιστα εξαρτώμενο από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία αφού δεν είχε αποκτήσει αυτόνομη υπόσταση. Έτσι στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής τακτοποίησης αλλά και μιας άτυπης κατά την άποψή μου εκκαθάρισης μεταρρυθμιστικών λογαριασμών (το ΔΙΠΑΕ ιδρύθηκε από την Μαριέττα Γιαννάκου επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, και όπως πολλά άλλα πράγματα στη χώρα μας απέκτησε ανοήτως πολιτική ταμπέλα) το ΔΙΠΑΕ «πλήρωσε την καινοτομία του» αφού η συγχώνευσή του με τα ΤΕΙ Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας θα δημιουργήσει ένα υβριδικό πανεπιστημιακό ίδρυμα που θα υπονομεύσει τους στόχους και το σκεπτικό που βρισκόταν πίσω από τη δημιουργία του. Επαναλαμβάνω, το ΔΙΠΑΕ επειδή είχε μεγάλη ελευθερία, ικανή αυτοχρηματοδότηση και καινοτομικά χαρακτηριστικά ήταν το μικρό ανεπιθύμητο και ενοχλητικό «μαύρο πρόβατο» στον χάρτη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Και ήταν το μικρό γιατί το μεγάλο είναι άλλο: το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ)!

Και πάλι έχουμε ένα μοναδικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο (αφού η έδρα του είναι στην Πάτρα) με εθνική εμβέλεια και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ως ένα βαθμό ανεπιθύμητο από το συντηρητικό πανεπιστημιακό κατεστημένο. Δηλαδή, αυτοχρηματοδότηση, ελευθερία και καινοτομία. Και πάλι παρά το μέγεθός του, με διάφορες πολιτικές ντρίπλες, το ΕΑΠ δεν έγινε ποτέ αυτόνομο. Δεν απέκτησε Σύγκλητο και εκλεγμένο πρύτανη. Όπως και το ΔΙΠΑΕ το ΕΑΠ διαχρονικά έχει διοίκηση που διορίζεται από το Υπουργείο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η εκάστοτε διοίκηση δεν έχει καλές προθέσεις και δεν κάνει καλή δουλειά. Αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μια διοίκηση εξαρτημένη.  Το ΕΑΠ ωστόσο όλα αυτά τα χρόνια υλοποίησε με τον καλύτερο τρόπο την ιδέα για τη δημιουργία ενός ανοικτού και ευέλικτου πανεπιστημιακού ιδρύματος που προσέφερε μια δεύτερη ευκαιρία για πανεπιστημιακές σπουδές σε ανθρώπους που για διάφορους κοινωνικούς λόγους είχαν στερηθεί αυτό το αγαθό. Ταυτόχρονα έδωσε την ευκαιρία για απόκτηση μεταπτυχιακών τίτλων με τη μέθοδο της εκπαίδευσης από απόσταση σε έναν μεγάλο αριθμό εργαζομένων που αλλιώς δε θα μπορούσαν ποτέ να αναβαθμίσουν τα προσόντα τους. Ήταν μια παρέμβαση δημοκρατίας που στηρίχθηκε στο μοντέλο του αντίστοιχου και κραταιού πλέον Open University της Μεγάλης Βρετανίας και που για την ιστορία πρέπει να αναφέρουμε ότι ως ιδέα ήταν του καθηγητή του ΕΑΠ, Αντώνη Λιοναράκη ο οποίος είχε βιώσει την επιτυχία του αντίστοιχου βρετανικού ιδρύματος. Η ιδέα αυτή έγινε αποδεκτή  από τον πρώην πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, όταν ήταν υπουργός Παιδείας (και να η νέα πολιτική ενοχλητική ταμπέλα…). Οι καινοτομίες πολλές και μοναδικές, παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού με προδιαγραφές που θα ζήλευαν και τα καλύτερα ανοικτά πανεπιστήμια του κόσμου, επιλογή προσωπικού με αξιοκρατικά κριτήρια, αξιολόγηση των πάντων, ηλεκτρονικές πλατφόρμες μάθησης και άλλα πολλά. Και ένα τέτοιο ίδρυμα αντί να επιβραβευτεί και να γίνει εργαλείο ανάπτυξης σήμερα στο πλαίσιο ενός πυρετού συγχωνεύσεων, από μια σπόντα, μια καραμπόλα, μια συντεχνιακή αντίδραση, προτείνεται και ίσως και να επιβληθεί, αφού αυτή είναι η συνήθης πρακτική στα εξαρτώμενα πανεπιστήμια, μια συγχώνευση με ένα συμβατικό ίδρυμα. Και όλα αυτά χωρίς καμία πρότερη δημοκρατική διαδικασία συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων. Όλοι ακόμη και οι Κοσμήτορες του ΕΑΠ, μάθαν το σχέδιο από μια…ιστοσελίδα! Έτσι παρά τις αντιδράσεις του συνόλου της ακαδημαϊκής κοινότητας του ΕΑΠ, θα έχουμε κατά πως φαίνεται ένα νέο ίδρυμα όχι υβριδικό, όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να κατευναστούν οι αντιδράσεις αλλά ένα δίμορφο ιδιότυπο και τελικά δύσμορφο πανεπιστημιακό «τέρας».  Από τη μια εισαγωγή με ανοικτές διαδικασίες κλήρωσης, από την άλλη με κλειστές διαδικασίες εξετάσεων. Από τη μια μάθηση εξ αποστάσεως από την άλλη μάθηση μόνο με φυσική παρουσία. Από τη μια εκπαίδευση ανθρώπων που ανήκουν στην ώριμη φάση της ενηλικιότητας από την άλλη εκπαίδευση νέων ενηλίκων. Από τη μια αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και ουσιαστική αξιολόγηση, από την άλλη…ας μην μιλήσω καλύτερα. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Οι κακές γλώσσες λένε ότι τα συμβατικά ΑΕΙ θέλουν να μπουν και αυτά στην εκπαίδευση εξ αποστάσεως και να στερήσουν το ΕΑΠ την αποκλειστικότητα που έχει σε αυτόν τον τομέα ιδίως στα προπτυχιακά προγράμματα. Γιατί αυτό θα είναι το επόμενο βήμα.

Εγώ όμως υποστηρίζω κάτι πιο απλό: όταν κάποιος δεν καταλαβαίνει κάτι, δεν μπορεί να συλλάβει την πολιτισμική του αξία, δεν κατανοεί την κοινωνική του αξία, δεν μπορεί να διευρύνει το ερμηνευτικό του πλαίσιο αναφοράς και να αντιληφθεί δίχως φόβο την καινοτομία τότε απλά το μεταρρυθμίζει αλά ελληνικά…. δηλαδή το υποβαθμίζει δια της συγχωνεύσεως. Είναι η καλύτερη συνταγή!

Του Γιώργου Κουλαουζίδη 

Εδώ και αρκετό καιρό παρατηρούμε μια προσπάθεια από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, να αναδιαμορφώσει το χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης στο πλαίσιο μιας ακόμη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Να θυμίσω ότι όλοι ανεξαιρέτως οι Υπουργοί Παιδείας της μεταπολίτευσης διακήρυξαν μεταρρυθμίσεις και θέλησαν να κατακτήσουν τον τίτλο του μεταρρυθμιστή ή της μεταρρυθμίστριας. Όλοι και όλες ήθελαν να μείνει το όνομά τους στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης όπως εκείνο του μεγάλου Ευάγγελου Παπανούτσου. Φαίνεται όμως ότι ο στόχος αυτός δεν κατέστη εφικτός αφού στην πραγματικότητα οι περισσότερες παρεμβάσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα εδώ και σαράντα πέντε χρόνια είναι περισσότερο διορθωτικές ρυθμίσεις ή και απορρυθμίσεις.

Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να μένει στάσιμο και να μην προσαρμόζεται στις συνθήκες κάθε εποχής. Το αντίθετο μάλιστα. Θεωρώ ότι το Υπουργείο Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων ή όπως αλλιώς θα ονομάζεται στο μέλλον γιατί και αυτό ακόμη αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει κυβέρνηση, έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει και να μεταβάλλει τα πράγματα έτσι ώστε το αγαθό της εκπαίδευσης να μην είναι μόνο δωρεάν, στο βαθμό που είναι αλλά και χρήσιμο για τους αποδέκτες του. Και σε μια εποχή που οι αλλαγές στο τρόπο παραγωγής, εφαρμογής και διάχυσης της γνώσης αλλάζουν δραματικά θα ήταν τραγικό να μην υπάρχουν αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν μπορεί να μείνει εκτός αυτής της λογικής. Και η αναδιάρθρωση των κρατικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι κάτι που έπρεπε να γίνει. Αν δε θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο χάρτης των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ της χώρας είχε αρχίσει να γίνεται δυσλειτουργικός για διάφορους λόγους. Πολλά ιδρύματα, περιφερειακά κυρίως, υπέφεραν και υποφέρουν από έλλειψη διδακτικού προσωπικού, από έλλειψη χρηματοδότησης αλλά και από διοικητική οργάνωση και δικτύωση με αποτέλεσμα να έχουν μειωμένη δυνατότητα να αναπτύξουν το απαραίτητο ερευνητικό έργο αλλά και να παρέχουν υψηλής ποιότητας διδακτικό έργο.

Έτσι θα μπορούσε να δει κανείς τη συγχώνευση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και κυρίως τη συγχώνευση των Ανωτάτων Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με τα Πανεπιστήμια με καλό μάτι. Άλλωστε τέτοιου είδους διαδικασίες δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Συγχωνεύσεις και μετονομασίες ιδρυμάτων έχουν συμβεί και συμβαίνουν συνεχώς στον διεθνή πανεπιστημιακό χάρτη. Μόνο που εκεί υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο μάλιστα είναι συνήθως προϊόν συναίνεσης και διαβούλευσης. Και ενώ σε γενικές γραμμές οι συγχωνεύσεις λειτουργούν θετικά, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου αυτές οι συγχωνεύσεις λειτουργούν αρνητικά. Κατά την άποψή μου αυτό συμβαίνει όταν συγχωνεύονται πανεπιστημιακά ιδρύματα που έχουν διαφορετική φιλοσοφία, διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης και διαφορετική κουλτούρα για το τι σημαίνει καινοτομία και δημιουργικότητα.

 Ένα τέτοιο παράδειγμα συγχώνευσης που αντί για νικητές θα έχει ηττημένους αφορά στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας. Όσοι έχουν επισκεφτεί τους χώρους του συγκεκριμένου ιδρύματος και ακόμη περισσότερο όσοι είχαν και έχουν την τύχη να σπουδάσουν σε αυτό γνωρίζουν τη διαφορά από όλα τα άλλα ανάλογα ιδρύματα της χώρας. Ένα πανεπιστήμιο που είναι το μοναδικό που παρείχε αποκλειστικά και μόνο μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και μάλιστα στην αγγλική γλώσσα και έγινε πόλος έλξης φοιτητών από το εξωτερικό. Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε έγινε αντικείμενο φθόνου από εκείνο το μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας που δεν κατανοούσε τη σημαντικότητα και την στρατηγική επιλογή να λειτουργεί ένα τέτοιο ίδρυμα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μάλλον αδιανόητο να γίνει αντιληπτό πώς είναι δυνατό να υπάρχει ένα τέτοιο κόσμημα στον ακαδημαϊκό χώρο, με μια ηγεσία που κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να προσδώσει ανεπανάληπτο κύρος σε ένα μικρό, ομολογουμένως πανεπιστήμιο το οποίο έγινε πόλος έλξης νέων από όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ένα μικρό σε μέγεθος αλλά ευέλικτο πανεπιστήμιο που λειτουργούσε μακριά από τις γνωστές συντεχνιακές πρακτικές που επικρατούν στην ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας. Αλλά παρά τις καινοτομίες και τις επιτυχίες του το ΔΙΠΑΕ ήταν ένα μικρό ίδρυμα και μάλιστα εξαρτώμενο από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία αφού δεν είχε αποκτήσει αυτόνομη υπόσταση. Έτσι στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής τακτοποίησης αλλά και μιας άτυπης κατά την άποψή μου εκκαθάρισης μεταρρυθμιστικών λογαριασμών (το ΔΙΠΑΕ ιδρύθηκε από την Μαριέττα Γιαννάκου επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, και όπως πολλά άλλα πράγματα στη χώρα μας απέκτησε ανοήτως πολιτική ταμπέλα) το ΔΙΠΑΕ «πλήρωσε την καινοτομία του» αφού η συγχώνευσή του με τα ΤΕΙ Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας θα δημιουργήσει ένα υβριδικό πανεπιστημιακό ίδρυμα που θα υπονομεύσει τους στόχους και το σκεπτικό που βρισκόταν πίσω από τη δημιουργία του. Επαναλαμβάνω, το ΔΙΠΑΕ επειδή είχε μεγάλη ελευθερία, ικανή αυτοχρηματοδότηση και καινοτομικά χαρακτηριστικά ήταν το μικρό ανεπιθύμητο και ενοχλητικό «μαύρο πρόβατο» στον χάρτη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Και ήταν το μικρό γιατί το μεγάλο είναι άλλο: το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ)!

Και πάλι έχουμε ένα μοναδικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο (αφού η έδρα του είναι στην Πάτρα) με εθνική εμβέλεια και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το καθιστούν ως ένα βαθμό ανεπιθύμητο από το συντηρητικό πανεπιστημιακό κατεστημένο. Δηλαδή, αυτοχρηματοδότηση, ελευθερία και καινοτομία. Και πάλι παρά το μέγεθός του, με διάφορες πολιτικές ντρίπλες, το ΕΑΠ δεν έγινε ποτέ αυτόνομο. Δεν απέκτησε Σύγκλητο και εκλεγμένο πρύτανη. Όπως και το ΔΙΠΑΕ το ΕΑΠ διαχρονικά έχει διοίκηση που διορίζεται από το Υπουργείο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η εκάστοτε διοίκηση δεν έχει καλές προθέσεις και δεν κάνει καλή δουλειά. Αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μια διοίκηση εξαρτημένη.  Το ΕΑΠ ωστόσο όλα αυτά τα χρόνια υλοποίησε με τον καλύτερο τρόπο την ιδέα για τη δημιουργία ενός ανοικτού και ευέλικτου πανεπιστημιακού ιδρύματος που προσέφερε μια δεύτερη ευκαιρία για πανεπιστημιακές σπουδές σε ανθρώπους που για διάφορους κοινωνικούς λόγους είχαν στερηθεί αυτό το αγαθό. Ταυτόχρονα έδωσε την ευκαιρία για απόκτηση μεταπτυχιακών τίτλων με τη μέθοδο της εκπαίδευσης από απόσταση σε έναν μεγάλο αριθμό εργαζομένων που αλλιώς δε θα μπορούσαν ποτέ να αναβαθμίσουν τα προσόντα τους. Ήταν μια παρέμβαση δημοκρατίας που στηρίχθηκε στο μοντέλο του αντίστοιχου και κραταιού πλέον Open University της Μεγάλης Βρετανίας και που για την ιστορία πρέπει να αναφέρουμε ότι ως ιδέα ήταν του καθηγητή του ΕΑΠ, Αντώνη Λιοναράκη ο οποίος είχε βιώσει την επιτυχία του αντίστοιχου βρετανικού ιδρύματος. Η ιδέα αυτή έγινε αποδεκτή  από τον πρώην πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, όταν ήταν υπουργός Παιδείας (και να η νέα πολιτική ενοχλητική ταμπέλα…). Οι καινοτομίες πολλές και μοναδικές, παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού με προδιαγραφές που θα ζήλευαν και τα καλύτερα ανοικτά πανεπιστήμια του κόσμου, επιλογή προσωπικού με αξιοκρατικά κριτήρια, αξιολόγηση των πάντων, ηλεκτρονικές πλατφόρμες μάθησης και άλλα πολλά. Και ένα τέτοιο ίδρυμα αντί να επιβραβευτεί και να γίνει εργαλείο ανάπτυξης σήμερα στο πλαίσιο ενός πυρετού συγχωνεύσεων, από μια σπόντα, μια καραμπόλα, μια συντεχνιακή αντίδραση, προτείνεται και ίσως και να επιβληθεί, αφού αυτή είναι η συνήθης πρακτική στα εξαρτώμενα πανεπιστήμια, μια συγχώνευση με ένα συμβατικό ίδρυμα. Και όλα αυτά χωρίς καμία πρότερη δημοκρατική διαδικασία συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων. Όλοι ακόμη και οι Κοσμήτορες του ΕΑΠ, μάθαν το σχέδιο από μια…ιστοσελίδα! Έτσι παρά τις αντιδράσεις του συνόλου της ακαδημαϊκής κοινότητας του ΕΑΠ, θα έχουμε κατά πως φαίνεται ένα νέο ίδρυμα όχι υβριδικό, όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να κατευναστούν οι αντιδράσεις αλλά ένα δίμορφο ιδιότυπο και τελικά δύσμορφο πανεπιστημιακό «τέρας».  Από τη μια εισαγωγή με ανοικτές διαδικασίες κλήρωσης, από την άλλη με κλειστές διαδικασίες εξετάσεων. Από τη μια μάθηση εξ αποστάσεως από την άλλη μάθηση μόνο με φυσική παρουσία. Από τη μια εκπαίδευση ανθρώπων που ανήκουν στην ώριμη φάση της ενηλικιότητας από την άλλη εκπαίδευση νέων ενηλίκων. Από τη μια αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και ουσιαστική αξιολόγηση, από την άλλη…ας μην μιλήσω καλύτερα. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Οι κακές γλώσσες λένε ότι τα συμβατικά ΑΕΙ θέλουν να μπουν και αυτά στην εκπαίδευση εξ αποστάσεως και να στερήσουν το ΕΑΠ την αποκλειστικότητα που έχει σε αυτόν τον τομέα ιδίως στα προπτυχιακά προγράμματα. Γιατί αυτό θα είναι το επόμενο βήμα.

Εγώ όμως υποστηρίζω κάτι πιο απλό: όταν κάποιος δεν καταλαβαίνει κάτι, δεν μπορεί να συλλάβει την πολιτισμική του αξία, δεν κατανοεί την κοινωνική του αξία, δεν μπορεί να διευρύνει το ερμηνευτικό του πλαίσιο αναφοράς και να αντιληφθεί δίχως φόβο την καινοτομία τότε απλά το μεταρρυθμίζει αλά ελληνικά…. δηλαδή το υποβαθμίζει δια της συγχωνεύσεως. Είναι η καλύτερη συνταγή!

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία