ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μιχάλης Σιώνας: Η τέχνη δεν είναι σχόλιο, είναι μία προσφορά!

Ο πολυπράγμων Μιχάλης Σιώνας σκηνοθετεί το «Υπηρέτης δύο αφεντάδων» του Κάρλο Γκοντόνι για το ΚΘΒΕ και μιλά στη «ΜτΚ» για το έργο, την τέχνη της σκηνοθεσίας και τη διαφθορά της σύγχρονης κοινωνίας

 13/03/2019 08:00

 Μιχάλης Σιώνας: Η τέχνη δεν είναι σχόλιο, είναι μία προσφορά!
Οι ηθοποιοί της παράστασης.

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Παντελάκη

Έχοντας ασχοληθεί με τον αθλητισμό, την ηθοποιία, τη μουσική, τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία, ο Μιχάλης Σιώνας (φωτ.) συνεχίζει την πορεία του με ένα έργο που αγγίζει επίσης το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο.

mixalis-sionas.jpg

Το έργο που παρουσιάζεται από το ΚΘΒΕ στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών πραγματεύεται την ιστορία ενός φτωχού ανθρώπου από την Πέργαμο, ο οποίος -όπως και άλλοι όμοιοί του- φεύγει από την πόλη του, για να ψάξει μια καλύτερη τύχη. «Ένας τυχοδιώκτης», όπως τον χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης. 

«Ο Τρουφαλδίνο είναι ένα σύμβολο», επισημαίνει, καθώς ο ήρωας αποτελεί μια σαφή αναφορά στον Αρλεκίνο της Κομέντια ντελ άρτε. Συγκεκριμένα, είναι ένας ανειδίκευτος εργάτης που μπαίνει στην υπηρεσία οποιουδήποτε αφέντη βρει. Θα ταξιδέψει στη Βενετία προκειμένου να δουλέψει, για να φάει. «Έχουμε να κάνουμε με μια μορφή ανθρώπου που το θέμα του δεν είναι απλά να λύσει το βιοποριστικό, είναι να βρει να φάει, για να περάσει τη μέρα. Βλέπει τη ζωή του μέρα με τη μέρα και γι’ αυτό μπλέκει συνέχεια» αναφέρει ο κ. Σιώνας. 

Στην ανάγκη του για περισσότερα χρήματα και φαγητό θα αρχίσει να υπηρετεί και έναν δεύτερο αφέντη. Πέρα από αυτό, «ένα στοιχείο που υπάρχει πάντα στα έργα της μετακομέντιας εποχής γιατί ο Γκολντόνι είναι το πέρασμα από την Κομέντια ντελ άρτε στο θέατρο χαρακτήρων» θα κάνει την εμφάνισή του και εδώ, το οποίο δεν είναι άλλο από τον έρωτα. Τόσο ο βασικός ήρωας, ο Τρουφαλδίνο, όσο και οι δυο αφεντάδες θα αντιμετωπίσουν τον έρωτα. «Το έργο έχει δύο βασικούς άξονες. Ο ένας είναι η πείνα του ανθρώπου και ο άλλος ο έρωτας» συνοψίζει ο κ. Σιώνας.

«Ήταν ένα πολύ καλό επόμενο βήμα»

«Από τότε που άρχισα να σκηνοθετώ, ο βασικός μου άξονας ήταν κοινωνικοπολιτικός», τονίζει ο σκηνοθέτης. Στο ίδιο περιβάλλον κινήθηκε και με το συγκεκριμένο έργο, αφού εντόπισε «ότι υπάρχει αυτή η κοινωνική διάσταση του ανθρώπου, που θέλει αλλά δεν έχει να φάει», όπως λέει χαρακτηριστικά. 

«Σκέφτηκα ότι είναι ένα πολύ καλό επόμενο βήμα από την προηγούμενη δουλειά μου, που είχε να κάνει με τους πρόσφυγες». Η ενασχόλησή του με τα κοινωνικά θέματα εγείρει το ερώτημα αν κάνει τέχνη, για να στείλει τα δικά του μηνύματα σε αυτούς που πρέπει να τα ακούσουν: «Η τέχνη δεν είναι σχόλιο, είναι μια προσφορά», μας απαντά. «Αν θα υπάρξει επίπτωση στην ψυχή ενός ανθρώπου, είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ορίσουμε εμείς. Εμείς δημιουργούμε κάτι παίρνοντας ένα εφαλτήριο, που μας δίνει το έργο τέχνης. Στο συγκεκριμένο έργο είναι το στοιχείο του ανθρώπου που αγωνίζεται για την επιβίωση. Από εκεί και πέρα εγώ σταματάω και προσπαθώ να μην πιέζω μέσα στις παραστάσεις τα δικά μου μηνύματα» προσθέτει.

Ο ίδιος επιλέγει πάντα πολύ προσεκτικά το θέμα του, ώστε να μη χρειαστεί να βάλει τις δικές του κοινωνικές ή πολιτικές ανησυχίες. Μιλώντας για το βαθμό που επεμβαίνει, αναφέρει: «Όσο μπορούμε, πρέπει να αποφύγουμε την έκθεση της προσωπικής μας άποψης, όχι γιατί ντρεπόμαστε, αλλά για να μην επηρεάσουμε, να αφήσουμε το έργο τέχνης να κάνει τη δουλειά του. Αν το καταφέρει, θα το κάνει. Δεν θέλω να εκβιάζω το θεατή να νιώσει κάτι, αν το νιώσει, το ένιωσε».

Στο έργο ο θίασος απαρτίζεται από πολλούς νέους ανθρώπους και πρόσωπα. «Είναι ένας τρόπος με τον οποίο δουλεύω εγώ» μας λέει και προσθέτει: «Θέλω κορμιά φρέσκα και δυνατά και να έχουν ακόμα πολύ γρήγορα αντανακλαστικά», αναφέρει. Επιλέγει τους ηθοποιούς του προσεκτικά «γιατί δουλεύω πολύ σωματικά και θέλω ανθρώπους που κατανοούν ότι ένα βασικό στοιχείο του επαγγέλματος είναι η μυϊκή προσπάθεια». Σε αυτήν του την επιλογή σπουδαίο ρόλο έχει παίξει η ενασχόλησή του με τις πολεμικές τέχνες, που έχει «άμεση σχέση με τη σωματικότητα» και ακολούθως τον έχει επηρεάσει και στην υποκριτική: «Ως μέθοδο υποκριτικής χρησιμοποιώ πολλά στοιχεία από τη γλώσσα του σώματος και τη νευροφυσιολογία, δηλαδή, πολλά πράγματα από τον αθλητισμό» εκμυστηρεύεται.

Όπως μας αναφέρει, δεν επικεντρώνεται στο συναίσθημα καθώς «το συναίσθημα είναι κάτι που δεν μπορεί να παράξει ο άνθρωπος μόνο του. Εμείς κάνουμε κάτι και παράγεται συναίσθημα απέναντί μας».

«Δεν έχω δει το τέλος να έρχεται…»

Το έργο πέρα από τις ανθρώπινες ανάγκες και τον έρωτα πραγματεύεται και τη διαφθορά: «Η διαφθορά είναι φανερή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και σε όλους τους ανθρώπους, όπως επίσης και σε όλους τους χαρακτήρες του έργου». Όπως μας λέει, όλοι «έχουν το στοιχείο της διαφθοράς όσον αφορά το ελάχιστο ενδιαφέρον για το κοινό καλό». Ο κ. Σιώνας πιστεύει ότι η διαφθορά «είναι ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, που συναντάμε στη σύγχρονη κοινωνία». Ο κόσμος «διαφθείρεται εύκολα και ξεχνά πάρα πολύ γρήγορα ότι αυτό που κάνει έχει επίπτωση στην ανθρωπότητα». Όπως μας λέει χαρακτηριστικά για το αν αυτό θα φτάσει σε κάποιο τέρμα, καταλήγει: «Δεν έχω δει το τέλος να έρχεται…».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Υπηρέτης δύο αφεντάδων» από το ΚΘΒΕ

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Παραστάσεις: Τετάρτη στις 6 μ.μ., Πέμπτη - Παρασκευή - Σάββατο στις 9 μ.μ., Κυριακή στις 8 μ.μ.

Εισιτήρια: Από 5 ευρώ έως 13 ευρώ

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 9/10 Μαρτίου 2019

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Παντελάκη

Έχοντας ασχοληθεί με τον αθλητισμό, την ηθοποιία, τη μουσική, τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία, ο Μιχάλης Σιώνας (φωτ.) συνεχίζει την πορεία του με ένα έργο που αγγίζει επίσης το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο.

mixalis-sionas.jpg

Το έργο που παρουσιάζεται από το ΚΘΒΕ στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών πραγματεύεται την ιστορία ενός φτωχού ανθρώπου από την Πέργαμο, ο οποίος -όπως και άλλοι όμοιοί του- φεύγει από την πόλη του, για να ψάξει μια καλύτερη τύχη. «Ένας τυχοδιώκτης», όπως τον χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης. 

«Ο Τρουφαλδίνο είναι ένα σύμβολο», επισημαίνει, καθώς ο ήρωας αποτελεί μια σαφή αναφορά στον Αρλεκίνο της Κομέντια ντελ άρτε. Συγκεκριμένα, είναι ένας ανειδίκευτος εργάτης που μπαίνει στην υπηρεσία οποιουδήποτε αφέντη βρει. Θα ταξιδέψει στη Βενετία προκειμένου να δουλέψει, για να φάει. «Έχουμε να κάνουμε με μια μορφή ανθρώπου που το θέμα του δεν είναι απλά να λύσει το βιοποριστικό, είναι να βρει να φάει, για να περάσει τη μέρα. Βλέπει τη ζωή του μέρα με τη μέρα και γι’ αυτό μπλέκει συνέχεια» αναφέρει ο κ. Σιώνας. 

Στην ανάγκη του για περισσότερα χρήματα και φαγητό θα αρχίσει να υπηρετεί και έναν δεύτερο αφέντη. Πέρα από αυτό, «ένα στοιχείο που υπάρχει πάντα στα έργα της μετακομέντιας εποχής γιατί ο Γκολντόνι είναι το πέρασμα από την Κομέντια ντελ άρτε στο θέατρο χαρακτήρων» θα κάνει την εμφάνισή του και εδώ, το οποίο δεν είναι άλλο από τον έρωτα. Τόσο ο βασικός ήρωας, ο Τρουφαλδίνο, όσο και οι δυο αφεντάδες θα αντιμετωπίσουν τον έρωτα. «Το έργο έχει δύο βασικούς άξονες. Ο ένας είναι η πείνα του ανθρώπου και ο άλλος ο έρωτας» συνοψίζει ο κ. Σιώνας.

«Ήταν ένα πολύ καλό επόμενο βήμα»

«Από τότε που άρχισα να σκηνοθετώ, ο βασικός μου άξονας ήταν κοινωνικοπολιτικός», τονίζει ο σκηνοθέτης. Στο ίδιο περιβάλλον κινήθηκε και με το συγκεκριμένο έργο, αφού εντόπισε «ότι υπάρχει αυτή η κοινωνική διάσταση του ανθρώπου, που θέλει αλλά δεν έχει να φάει», όπως λέει χαρακτηριστικά. 

«Σκέφτηκα ότι είναι ένα πολύ καλό επόμενο βήμα από την προηγούμενη δουλειά μου, που είχε να κάνει με τους πρόσφυγες». Η ενασχόλησή του με τα κοινωνικά θέματα εγείρει το ερώτημα αν κάνει τέχνη, για να στείλει τα δικά του μηνύματα σε αυτούς που πρέπει να τα ακούσουν: «Η τέχνη δεν είναι σχόλιο, είναι μια προσφορά», μας απαντά. «Αν θα υπάρξει επίπτωση στην ψυχή ενός ανθρώπου, είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ορίσουμε εμείς. Εμείς δημιουργούμε κάτι παίρνοντας ένα εφαλτήριο, που μας δίνει το έργο τέχνης. Στο συγκεκριμένο έργο είναι το στοιχείο του ανθρώπου που αγωνίζεται για την επιβίωση. Από εκεί και πέρα εγώ σταματάω και προσπαθώ να μην πιέζω μέσα στις παραστάσεις τα δικά μου μηνύματα» προσθέτει.

Ο ίδιος επιλέγει πάντα πολύ προσεκτικά το θέμα του, ώστε να μη χρειαστεί να βάλει τις δικές του κοινωνικές ή πολιτικές ανησυχίες. Μιλώντας για το βαθμό που επεμβαίνει, αναφέρει: «Όσο μπορούμε, πρέπει να αποφύγουμε την έκθεση της προσωπικής μας άποψης, όχι γιατί ντρεπόμαστε, αλλά για να μην επηρεάσουμε, να αφήσουμε το έργο τέχνης να κάνει τη δουλειά του. Αν το καταφέρει, θα το κάνει. Δεν θέλω να εκβιάζω το θεατή να νιώσει κάτι, αν το νιώσει, το ένιωσε».

Στο έργο ο θίασος απαρτίζεται από πολλούς νέους ανθρώπους και πρόσωπα. «Είναι ένας τρόπος με τον οποίο δουλεύω εγώ» μας λέει και προσθέτει: «Θέλω κορμιά φρέσκα και δυνατά και να έχουν ακόμα πολύ γρήγορα αντανακλαστικά», αναφέρει. Επιλέγει τους ηθοποιούς του προσεκτικά «γιατί δουλεύω πολύ σωματικά και θέλω ανθρώπους που κατανοούν ότι ένα βασικό στοιχείο του επαγγέλματος είναι η μυϊκή προσπάθεια». Σε αυτήν του την επιλογή σπουδαίο ρόλο έχει παίξει η ενασχόλησή του με τις πολεμικές τέχνες, που έχει «άμεση σχέση με τη σωματικότητα» και ακολούθως τον έχει επηρεάσει και στην υποκριτική: «Ως μέθοδο υποκριτικής χρησιμοποιώ πολλά στοιχεία από τη γλώσσα του σώματος και τη νευροφυσιολογία, δηλαδή, πολλά πράγματα από τον αθλητισμό» εκμυστηρεύεται.

Όπως μας αναφέρει, δεν επικεντρώνεται στο συναίσθημα καθώς «το συναίσθημα είναι κάτι που δεν μπορεί να παράξει ο άνθρωπος μόνο του. Εμείς κάνουμε κάτι και παράγεται συναίσθημα απέναντί μας».

«Δεν έχω δει το τέλος να έρχεται…»

Το έργο πέρα από τις ανθρώπινες ανάγκες και τον έρωτα πραγματεύεται και τη διαφθορά: «Η διαφθορά είναι φανερή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και σε όλους τους ανθρώπους, όπως επίσης και σε όλους τους χαρακτήρες του έργου». Όπως μας λέει, όλοι «έχουν το στοιχείο της διαφθοράς όσον αφορά το ελάχιστο ενδιαφέρον για το κοινό καλό». Ο κ. Σιώνας πιστεύει ότι η διαφθορά «είναι ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, που συναντάμε στη σύγχρονη κοινωνία». Ο κόσμος «διαφθείρεται εύκολα και ξεχνά πάρα πολύ γρήγορα ότι αυτό που κάνει έχει επίπτωση στην ανθρωπότητα». Όπως μας λέει χαρακτηριστικά για το αν αυτό θα φτάσει σε κάποιο τέρμα, καταλήγει: «Δεν έχω δει το τέλος να έρχεται…».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Υπηρέτης δύο αφεντάδων» από το ΚΘΒΕ

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Παραστάσεις: Τετάρτη στις 6 μ.μ., Πέμπτη - Παρασκευή - Σάββατο στις 9 μ.μ., Κυριακή στις 8 μ.μ.

Εισιτήρια: Από 5 ευρώ έως 13 ευρώ

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 9/10 Μαρτίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία